Οι Στωικοί

ΟΙ ΣΤΩΪΚΟΙ 
(ΗΛΙΟΣ ΣΕΛ. 623)

 

 

1ον)  Η Αρχαιοτέρα Στοά:


Ζήνων ο Κιτιεύς (336-264 π.Χ)
Κλεάνθης εξ Άσσου της Τρωάδος (304-233 π.Χ)
Χρύσιππος εκ Σόλωνος της Κιλικίας (281-208 π.Χ)

                                        2ον) Η Μέση Στοά:

Παναίτιος ο Ρόδιος (180-110 π.Χ)
Ποσειδώνιος εξ Απαμείας (135-51 π.Χ)


3ον) Η Νεοτέρα Στοά:

                             Σενέκας (αρχές 1ου αιώνα-65 μ.Χ)
                       Επίκτητος εξ Ιεραπόλεως (50-138 μ.Χ)
                               Μάρκος Αυρήλιος (121-180 μ.Χ)

 

 


ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟΙ ΣΤΩΪΚΟΙ ΚΑΙ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΣΤΟΑΣ


Ζήνων (334-264 π.Χ):
Ούτος υπήρξεν ο ιδρυτής της στωϊκής φιλοσοφίας.

 

Εγεννήθη εις την εν Κύπρω πολίχνην Κίτιον, εις την οποίαν είχον εγκατασταθή και έποικοι εκ Φοινίκης (Σημίτες).  Ο πατήρ του εκαλείτο Μνασέας. Ο Εβραιογερμανός λατινιστής Εδουάρδος Νόρντεν, ισχυρίσθη ότι κάτω από το όνομα του πατρός του Ζήνωνος «Μνασέας», υποκρύπτεται το εβραϊκόν (Σημιτικό) όνομα Μανασής. Κατά τον Νόρντεν, ο πατήρ του Ζήνωνος  ονομαζόμενος Μανασής, κατά τον εξελληνισμόν του ονόματός του, επροτίμησε το όνομα Μνασέας, το οποίον είναι ομόηχον προς το εβραϊκόν. Υποστηρίζει επίσης πως ο Ζήνων εισήγαγε εις την φιλοσοφίαν του «σημιτικάς (εβραϊκές) θρησκευτικάς αντιλήψεις».

 

Ο Τίμων ο Φλιάσιος, εις τα περιπαιχτικά του «ποιήματα», αποκαλεί τον Ζήνων περιπαιχτικώς «γηραιάν Φοίνισσαν»: «Και είδον μίαν λαίμαργον γραίαν εκ Φοινίκης εντός σκιεράς αλαζονείας με απεράντους επιθυμίας. Και ετριγύριζε το κοφίνι της που ήταν μικρό. Είχε δε μυαλό λιγότερο από το μυαλό που έχει το πουλί το ονομαζόμενο κινδαψός». Σε ηλικία 22 ετών μεταβαίνη εις τας Αθήνας δια να σπουδάσει φιλοσοφίαν. Ελθών εκεί παρεκινήθη από την ανάγνωσιν να γίνει μαθητής του κυνικού Κράτητος, εις το πρόσωπον του οποίου ενόμιζεν πως έβλεπεν τον Σωκράτη. Μετά τον Κράτητα άκουσε μαθήματα πλησίον του μεγαρικού Στίλπωνος, κατόπιν πλησίον του Ξενοκράτους και εν τέλει πλησίον του Πολέμωνος. Είχε δε επικοινωνία και με τον μεγαρικόν Διόδωρον. Η προσπάθειά του ήτο να σχηματίση εκ των ποικίλων διδασκαλιών τας οποίας ήκουε, ιδικόν του σύστημα.  

 

Μετά το 310 και προ του 300 π.Χ, ενεφανίσθη ως διδάσκαλος ιδίου φιλοσοφικού συστήματος. Οι περί αυτόν συναθροισθέντες μαθηταί, επεκλήθησαν κατ’ αρχάς «Ζηνώνειοι», έπειτα δε Στωϊκοί από του τόπου εις τον οποίον εγίνοντο αι παραδόσεις του Ζήνωνος. Είχεν ούτος χρησιμοποιήσει ως τόπον συγκεντρώσεως και διδασκαλίας, την δι’εικόνων του Πολυγνώτου κεκοσμημένην «Ποικίλην Στοάν». 

 

 

Η φιλοσοφία των αρχαιοτέρων Στωϊκών

 

Οι Στωϊκοί παράγουν την γνώσιν εκ της αισθήσεως.  Δέχονται ότι υπάρχουν μόνο συγκεκριμένα αισθητά αντικείμενα. Τα εξωτερικά αντικείμενα προσβάλλουν τα αισθητήρια και δι’ αυτών αφήνουν την εικόνα των εις την ψυχήν. Τη εισδοχήν της εικόνος αυτής την ονόμαζον ο μεν Ζήνων και Κλεάνθης «τύπωσιν», ο δε Χρύσιππος «ετεροίωσιν». Η ψυχή παραβάλλεται από αυτούς με χάρτην κατασκευασμένου τοιουτοτρόπως, ώστε να είναι δυνατόν να γραφούν επ’ αυτού  αι εντυπώσεις, αι προερχόμεναι εκ των εξωτερικών αντικειμένων. Η αντίληψις των αυτή επανελήφθη από την σχολαστικήν φιλοσοφίαν, ήτις εχαρακτήρισε την ψυχήν ως «Πίνακα καθαρόν προς γραφήν» (τάμπουλα ράζα «tabula rasa») (ΣΗΜ: Σήμερα το ονομάζουμε παραπλάνηση, πλύση εγκεφάλου και προσηλυτισμό).

 

Αναφορικά της ηθικής, οι Στωϊκοί συνιστούν την οικειοθελή και έντιμον δια της αυτοκτονίας «εξαγωγήν εκ του βίου». Πράγματι, κατά τας παλαιάς μαρτυρίας, ο Ζήνων και ο Κλεάνθης έθεσαν τέρμα οικειοθελώς εις την ζωή τους. Οι ίδιοι οι Στωϊκοί χαρακτήριζαν τους διδασκάλους σοφούς. Κάποιοι εκ των Στωϊκών πιστεύουν πως ο σοφός είναι ιδεώδες τέρμα, προς το οποίο σχεδόν ουδείς δύναται να φτάσει. Το μέγα πλήθος των κοινών ανθρώπων ζει εν τη αφροσύνη, όσοι δε, καταβάλλουν προσπάθεια να εξομοιωθούν με το σοφό χαρακτηρίζονται υπό των Στωϊκών ως πραγματοποιούντες ηθική πρόοδο «προκόπτοντες».

 

 

Η κοσμολογία των αρχαιοτέρων Στωϊκών

 

Ακολουθούσα η στωϊκή φιλοσοφία δοξασίας του Ηρακλείτου και του Πλάτωνος, δέχεται ότι ο κόσμος είναι φθαρτός, καταστρεφόμενος δια της εκπυρώσεως και αναγεννόμενος πάλιν εκ νέου. Η καταστροφή εκάστου περιοδικώς εμφανιζομένου κόσμου, συντελείται δι’ εκπυρώσεως, ήτις είναι μετατροπή συμπάντων των εν κόσμω όντων εις πύρ.

Τη τοιάυτην εκ νέου δημιουργίαν καλούν οι Στωϊκοί «παλιγγενεσίαν» και «αποκατάστασιν». «Το σύνολον της ουσίας μεταβάλλεται εις πυρ, ωσάν να είναι τούτο σπέρμα, και πάλιν εκ του πυρός ως σπέρματος πραγματοποιείται η αυτή ακριβώς τάξις, όπως ήτο πρότερων (Συλλ. Άρνιμ. Τόμ. 1 σελ. 32)».

 

Ο Χρύσιππος (ανέλαβε την διεύθυνση της Στοάς μετά τον θάνατο του Κλεάνθη, μαθητή του Ζήνωνος, ιδρυτή της Στοάς) θεωρεί την εκπύρωσιν ως αποκάθαρσιν από των κακών. Η αντίληψις ότι ο κόσμος θα καταστραφεί δι΄ εκπυρώσεως συναντάται και εις την Παλαιά Διαθήκη. Εις την Β’ Επιστολή του ο απόστολος Πέτρος γράφει: «Οι δε τώρα υπάρχοντες ουρανοί και η γή, έχουν αποταμιευθεί δια του Λόγου (του θεού), φυλασσόμενοι δια να χρησιμοποιηθούν από το πύρ, κατά την ημέρα της κρίσεως και του εξολοθρευμού των ασεβών ανθρώπων».

 

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Οι Στωικοί. Leave a Comment »
Αρέσει σε %d bloggers: